Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016

Βαρβαρότητα "με ανθρώπινο πρόσωπο": η στάση του ελληνικού κράτους απέναντι στους μετανάστες


Συζήτηση στο πλαίσιο του 3ου Φεστιβάλ του Κοινωνικού Πολιτιστικού Κέντρου Βύρωνα (Λαμπηδόνα).
Κυριακή, 26/6, στις 17:00

(μπορείτε να κατεβάσετε το κείμενο της εισήγησης σε μορφή pdf από εδώ)

Εισήγηση στη θεματική ενότητα της ΑΠΒ στο 3ο Φεστιβάλ Λαμπηδόνας, 26/6/2016

Ας ξεκινήσουμε με κάποια «ψυχρά» γεγονότα ενδεικτικά της τρέχουσας πολιτικής του ελληνικού κράτους, πριν δούμε τις πιο θεωρητικές πτυχές της συνέχειας και των προθέσεών του σε σχέση με τη μεταναστευτική «κρίση».


Στις 24 Μαΐου, ακριβώς δύο μέρες μετά την ψήφιση των «προαπαιτούμενων» για το κλείσιμο της αξιολόγησης και της συμφωνίας του ελληνικού κράτους με τους λεγόμενους θεσμούς, ξεκινά η εκκένωση της Ειδομένης σε συνθήκες εντελώς αδιανόητες για τα «ήθη» μιας αριστερής κυβέρνησης, όπως θα λέγαμε. Μια ολόκληρη περιοχή γύρω από τον προσφυγικό καταυλισμό έχει αναγορευτεί σε στρατιωτική ζώνη, απαγορεύεται η είσοδος χωρίς ειδική άδεια, ενώ η ειδησεογραφική κάλυψη γίνεται μόνο από την κρατική ΕΡΤ, με όρους λογοκρισίας. Η εκκένωση θα ολοκληρωθεί σε 2 μέρες και οι μετανάστες θα μεταφερθούν σε διάφορα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή «κέντρα φιλοξενίας» όπου και σήμερα ακόμα η πρόσβαση απαγορεύεται σε αλληλέγγυους.
Έχει τεράστιο ενδιαφέρον να δούμε τις δηλώσεις του αναπληρωτή υπουργού Προστασίας του Πολίτη, γιατί συμπυκνώνουν την ουσία αυτού ακριβώς που επιλέξαμε σαν τίτλο της σημερινής κουβέντας: Βαρβαρότητα «με ανθρώπινο πρόσωπο». Λέει ο κος Τόσκας:


«Η όλη επιχείρηση εξελίχθηκε ... με σεβασμό απέναντι στις βασικές αρχές του ανθρωπισμού, απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους που ήρθαν εδώ κατατρεγμένοι, είτε για να σώσουν το κεφάλι τους, είτε για να βρουν μία καλύτερη τύχη ... Δεν τους εμποδίσαμε εμείς να πάνε όπου ήθελαν. Δεν είναι η Ελλάδα αυτή που έφτιαξε τους φράχτες. Εμείς, όμως, έπρεπε να διαχειριστούμε μία κατάσταση. Ο ανθρωπισμός δε λέει ότι πρέπει να κρατάς αυτούς τους ανθρώπους εκεί, με όποιο δέλεαρ, στον λασπότοπο της Ειδομένης. Ο ανθρωπισμός λέει, ότι πρέπει να είναι σε οργανωμένους τόπους, όπου το κράτος και όποιοι άλλοι συμπληρωματικά μπορούν, να τους καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες. Αυτή είναι η επιδίωξή μας. Και, παράλληλα, να οργανωθεί η τυχόν μεταφορά τους προς τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης σύμφωνα με τους κανόνες και τις συμφωνίες που ισχύουν».
 

Μόρια Λέσβου, 6 Οκτωβρίου 2015: ο ανθρωπισμός του ελληνικού κράτους με το κράνος, το γκλοπ και τις επικαλαμίδες του

Σεμνότυφος, χαμηλών τόνων, σε ένα ρεσιτάλ υποκρισίας, ο αναπλ. Υπουργός διαγράφει τις βασικές γραμμές της ρητορικής και της διαχείρισης της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ: 1ον) Η εκκένωση, με τους όρους απόλυτης λογοκρισίας και στρατιωτικοποίησης, και ο εγκλεισμός των μεταναστών σε κέντρα κράτησης, έγινε σε εφαρμογή μιας «ανθρωπιστικής πολιτικής»! Άλλωστε οι κυβερνώντες δηλώνουν αλληλέγγυοι και συμπάσχοντες με τους μετανάστες. 2ον) Μάλιστα δεν είναι αυτοί που φράσσουν τον δρόμο τους προς την Ευρώπη! Είναι οι φράχτες των άλλων! Το ελληνικό κράτος απλή διαχείριση «ροών» κάνει. Ενώ, επιπλέον, δηλώνει πρόθυμο να βοηθήσει στη «μεταφορά» τους στην Ευρώπη, στο πλαίσιο, βέβαια, των συμφωνιών που ισχύουν. 3ον) Το ελληνικό κράτος ξεδιπλώνει τον ανθρωπισμό του «συμπληρωματικά», σε συνεργασία με άλλους.

Ας πάρουμε ένα-ένα τα στοιχεία αυτής της ρητορικής. Όσον αφορά τον ανθρωπισμό του ελληνικού κράτους, αυτός έχει γραφτεί ανεξίτηλα στον φράχτη του Έβρου, στα νερά του Αιγαίου και τα συρματοπλέγματα της Αμυγδαλέζας. Η κυβερνητική αλλαγή τον Γενάρη του 2015 είχε δημιουργήσει σε αρκετό κόσμο, και εντός του ανταγωνιστικού κινήματος, ελπίδες για μια αλλαγή, έστω σε επίπεδο διαχείρισης, στο μεταναστευτικό. Ιδιαίτερα μετά τα κροκοδείλια δάκρυα του Πανούση, λίγες μόνο ώρες μετά την αυτοκτονία ενός από τους έγκλειστους μετανάστες, για το «κλείσιμο της Αμυγδαλέζας» μέσα σε 3 μήνες. Από τότε έχουν περάσει σχεδόν 18 μήνες και η Αμυγδαλέζα όχι μόνο δεν έχει κλείσει αλλά αντίθετα δέχεται ακόμα περισσότερους έγκλειστους μετανάστες που προορίζονται για απέλαση.

Διαμαρτύρεται το ελληνικό κράτος για τα κλειστά σύνορα στα βόρεια της ελληνικής επικράτειας λες και τα σύνορα του Έβρου δεν είναι σύνορα του ελληνικού κράτους αλλά της Π.Γ.Δ. Μακεδονίας. Λες και η Frontex σαρώνει τα ελληνικά θαλάσσια σύνορα χωρίς τη συμφωνία του.


Τέλος, ισχυρίζεται ότι θα «οργανώσει την τυχόν μεταφορά των μεταναστών σε άλλες χώρες της Ευρώπης «σύμφωνα με τους κανόνες και τις συμφωνίες που ισχύουν». Μα οι συμφωνίες και οι κανόνες που ισχύουν είναι αυτές του «Δουβλίνο ΙΙ» και η απαράδεκτη, ακόμα και με όρους του συμβατικού διεθνούς δικαίου, συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας που το ελληνικό κράτος συνυπέγραψε στις αρχές του χρόνου, και τέθηκε σε ισχύ από τις 20 Μαρτίου. Συμφωνία που καθιστά ουσιαστικά αδύνατη τη χορήγηση ασύλου σε μετανάστες στην Ελλάδα μετά την αναγνώριση της Τουρκίας ως «ασφαλούς τρίτης χώρας» διέλευσης, αναγνώριση που έγινε σε διμερές επίπεδο ανάμεσα στο ελληνικό και το τουρκικό κράτος.


Απομένει το κομμάτι του «ανθρωπισμού στην πράξη», η διαχείριση του πληθυσμού των μεταναστών από το ελληνικό κράτος από τη στιγμή που εισέρχονται στην ελληνική επικράτεια. Εδώ υπάρχει ένα στοιχείο ειλικρίνειας: πραγματικά το ελληνικό κράτος λειτουργεί «συμπληρωματικά» με άλλους γιατί επέδειξε τέτοια ανικανότητα στη στοιχειώδη έστω αντιμετώπιση της κρίσης και των αναγκών των μεταναστών ώστε να προκαλέσει επανειλημμένα την αυστηρή κριτική των ευρωπαϊκών και διεθνών θεσμών. Η εμπειρία όσων αλληλέγγυων βρέθηκαν στα νησιά του Αιγαίου ειδικά, από το καλοκαίρι του 2015, είναι αποκαλυπτική. Το ελληνικό κράτος απουσίαζε σχεδόν εντελώς, με τέτοια υποστελέχωση, ακόμα και για τα βασικά, ώστε η παραμονή των μεταναστών ακόμα και για την καταγραφή τους να γίνεται μια οδυνηρή περιπέτεια.


Φυσικά, εκεί που απουσιάζει το κράτος, ως δημόσια λειτουργία, δημιουργείται ο χώρος για να ανθίσει η ιδιωτική «πρωτοβουλία». Έτσι φτάσαμε σε μια ιδιότυπη «σύμπραξη δημοσίου-ιδιωτικού τομέα» μέσω της εμπλοκής απειράριθμων ΜΚΟ που ξεκοκκαλίζουν τα ευρωπαϊκά κονδύλια που διατίθενται για την αντιμετώπιση της κρίσης εν μέσω αδιαφάνειας και διαπλοκής. Τα περισσότερα κατ’ ευφημισμό κέντρα «φιλοξενίας» διοικούνται συνήθως από κομματικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, κυρίως μέσω της εμπλοκής των κομματικών του «δομών αλληλεγγύης», σε συνεργασία με παράγοντες των ΜΚΟ.


Αυτό το στοιχείο, δηλαδή ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ταυτόχρονα και στο κράτος και στις δομές αλληλεγγύης είναι σαφέστατα καθοριστικό του «ανθρώπινου προσώπου» που αποκτά η βαρβαρότητα της πολιτικής του ελληνικού κράτους στην εποχή της αριστερής του διαχείρισης. Προφανώς πολύ δύσκολα θα μπορούσαμε να φανταστούμε την ενεργό, αν μη τι άλλο, εμπλοκή των μηχανισμών της ΝΔ σε κάτι αντίστοιχο. Όμως αυτό είναι και το όριο της αριστερής διαχείρισης. Όριο μάλιστα που ενέχει τον κίνδυνο να εσωτερικοποιηθεί και ως όριο του κινήματος αλληλεγγύης που αναπτύσσεται από τα κάτω στον βαθμό που αυτό προσκρούει διαρκώς στο ερώτημα της «συμπληρωματικότητας» της δράσης του ως προς τις δράσεις της κρατικής διαχείρισης. Όμως αυτή η δυναμική, η αναφορά στο ίδιο το ανταγωνιστικό κίνημα, δεν είναι που πάνω απ’ όλα αξιοποίησε ο ΣΥΡΙΖΑ στον δρόμο προς την κυβερνητική νίκη μέσα από την ήττα του κινήματος της περιόδου 2010-2012; Δυναμική που καθιστά πιο «επικίνδυνη», με μια έννοια, την αριστερά του κράτους. Γιατί ο ανθρωπισμός που επικαλείται είναι, τελικά, όντως ο ανθρωπισμός μιας διαχείρισης της «γυμνής» ζωής των μεταναστών, ένα απόλυτο ελάχιστο μιας αλληλεγγύης σε υποκείμενα που έχουν αποστερηθεί οποιαδήποτε σχεδόν ιδιότητα – ιδιαίτερα όποια έχει να κάνει με πολιτικά δικαιώματα – πέραν αυτής της «βιολογικής ύπαρξης». Αυτός ο ανθρωπισμός έχει, στην ουσία, σαν καλλίτερη του στιγμή έναν ρατσισμό, τον αντικειμενικό ρατσισμό όσων μετέχουν της «κοινωνίας των πολιτών», με την de factο ανωτερότητά τους απέναντι στους, σχεδόν στερημένους από τα πάντα, μετανάστες.


Είναι αυτός ο ανθρωπιστικός ρατσισμός ή ρατσιστικός ανθρωπισμός που ονομάζουμε βαρβαρότητα «με ανθρώπινο πρόσωπο». Είναι μια πολύ πιο εκλεπτυσμένη μορφή ρατσισμού, καθώς δεν κραυγάζει τη συνηθισμένη ρητορική του μίσους και της αντιμεταναστευτικής υστερίας της παραδοσιακής ρατσιστικής πολιτικής, αλλά διαχέει τον λόγο του αποκλεισμού μέσα από την απόσπαση της συναίνεσης στην κατάσταση εξαίρεσης που εμπεδώνεται σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης-φρούριο. Είναι η μορφή που προσιδιάζει ιδανικά στο αριστερο-ακροδεξιό υβρίδιο που ανέλαβε την εγγύηση της συνέχειας του ελληνικού κράτους στη μεταμνημονιακή, ουσιαστικά, εποχή.


Σε αυτήν τη συνέχεια του ελληνικού κράτους θα επικεντρωθούμε στο υπόλοιπο της εισήγησής μας γιατί είναι κομβική στο να κατανοήσουμε τι υπάρχει κάτω από αυτήν την ανθρωπιστική προθήκη της πολιτικής της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.



Ο πόλεμος στους μετανάστες είναι η όξυνση του ταξικού/κοινωνικού πολέμου από τα κράτη και το κεφάλαιο· ο ρόλος και οι επιδιώξεις του ελληνικού κράτους

Από τη μεταπολίτευση και μετά (κάτι που είναι, βέβαια, τεράστια κουβέντα) το ελληνικό κράτος και κεφάλαιο προσπαθούν να αναδιαρθρωθούν. Βασικός στόχος ήταν και είναι η υποτίμηση της εργατικής δύναμης και η προλεταριοποίηση όλο και μεγαλύτερων μικρο/μεσοαστικών στρωμάτων. Στην δεκαετία του 1990, στο πρώτο κύμα μετανάστευσης προς την ελληνική επικράτεια, ο στόχος αυτός επιτεύχθηκε με την «εισαγωγή» έτοιμης προλεταριοποιημένης δύναμης, δηλαδή των ίδιων των μεταναστών/τριών κυρίως από το μόλις καταρρεύσαν Ανατολικό μπλοκ και, αργότερα, από χώρες της Αφρικής και της Ασίας. Με το ξέσπασμα της κρίσης του 2008 η επίθεση υποτίμησης αρχίζει πλέον και χτυπά και κομμάτια της ντόπιας μικρο-μεσοαστικής τάξης, υποτιμώντας, ταυτόχρονα, ακόμα περισσότερο τους μετανάστες/τριες.


Καθώς η κρίση υπερσυσσώρευσης εντείνεται, το κεφάλαιο οδηγείται στην παραγωγή όλο και μεγαλύτερων πλεοναζόντων πληθυσμών, τόσο στις εθνικές ζώνες συσσώρευσης όσο και σε εμπόλεμες ζώνες. Στον ευρύτερο χώρο της Μ. Ανατολής, παραδοσιακές (τα Δυτικά κράτη) και αναδυόμενες κρατικές μορφές (όπως το Ισλαμικό Κράτος) πολεμούν διεκδικώντας θέση σε νέες σφαίρες αναδιανομής. Ο πόλεμος που μαίνεται πλήττει τους πληθυσμούς της περιοχής και όταν δεν τους εξοντώνει τους οδηγεί στην προσφυγιά. Οι μετανάστες ρισκάρουν τη ζωή τους για να φτάσουν στη Δύση· μια Δύση, όμως, που δε χρειάζεται πια τους περισσότερους από αυτούς ούτε καν σαν «φτηνά εργατικά χέρια». Είναι περισσευούμενοι, αταίριαστοι σε κοινωνίες που, χτυπημένες ήδη από τις αναδιαρθρώσεις, αντιμετωπίζουν τους μετανάστες, σε μεγάλο βαθμό, σαν εισβολείς. Η διαχείριση των πληθυσμών αυτών θέτει πραγματικά προβλήματα στα (δυτικά, πρωτίστως) κράτη και τα οδηγεί στα όριά τους. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η βιοπολιτική τους κατατείνει σε πολιτικές που παίρνουν όλο και πιο ανοιχτά χαρακτήρα φασιζουσών μορφών ελέγχου, περιορισμού, πειθάρχησης και στρατιωτικοποίησης.


Γι’ αυτό ακριβώς ισχυριζόμαστε ότι ο πόλεμος και του ελληνικού κράτους στους μετανάστες είναι η πιο καθοριστική στιγμή της όξυνσης του ταξικού/κοινωνικού πολέμου. Αλλά είναι κρίσιμο να κατανοήσουμε ότι αυτή η όξυνση δεν είναι απλά ένα (θεωρητικό) σχήμα λόγου αλλά μια υλική πραγματικότητα: είναι η πραγματικότητα που ζουν οι μετανάστες εδώ και χρόνια στα χωράφια της Μανωλάδας, είναι η πραγματικότητα που ζουν οι έγκλειστοι στις Αμυγδαλέζες, είναι η πραγματικότητα που ζουν οι πρόσφυγες που θαλασσοπνίγονται στο Αιγαίο για να φτάσουν στην Ευρώπη, είναι η πραγματικότητα που ζουν οι μετανάστες που στοιβάζονται σε όλα τα κέντρα κράτησης περιμένοντας να απελαθούν. Αυτή την πραγματικότητα όχι μόνο δεν την αμφισβητεί η αριστερά του ελληνικού κράτους αλλά, αντίθετα, τη βαθαίνει μέσα από τις πολιτικές του ραφιναρισμένου «ανθρωπιστικού ρατσισμού» που αναπτύσσει.


Πρόκειται, για την ακρίβεια, για την άσκηση μιας εκλεπτυσμένης βιοπολιτικής, που συμπυκνώνεται στην εμπέδωση της εξαίρεσης, αρχικά για τους μετανάστες, της παρανομοποίησής τους και της αναγωγής τους σε κυριολεκτικό εχθρό, ο οποίος θα αντιμετωπιστεί, αν είναι αναγκαίο, και με καθαρά στρατιωτικά μέσα. Γιατί αυτό σημαίνει η εμπλοκή του ΝΑΤΟ, με τη συμφωνία, φυσικά, του ελληνικού κράτους, στη διαχείριση της μεταναστευτικής κρίσης στο Αιγαίο, γεγονός που επιδεινώνει και εντείνει ακόμα περισσότερο τους κρατικούς πολεμικούς ανταγωνισμούς στην περιοχή. Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, η απόδοση στους μετανάστες της ταυτότητας ενός εξωτερικού εχθρού έχει, προφανώς, πολύ βαθιές συνέπειες στον τρόπο που οι διάφοροι εθνικοί πληθυσμοί προσλαμβάνουν και ενσωματώνουν τη μορφή των μεταναστών ως κινδύνου για την «εθνική ασφάλεια». Έτσι στις ήδη υπαρκτές ρατσιστικές ιδεοληψίες εναντίον των μεταναστών/τριών μεγάλων κομματιών της ντόπιας εργατικής τάξης και των μικροαστών, έρχονται να προστεθούν η τρομοϋστερία και η ισλαμοφοβία, εν ολίγοις οι «εθνικοί κίνδυνοι», οδηγώντας σε ακόμα μεγαλύτερη έξαρση της αντιμεταναστευτικής ρητορικής και υστερίας.


Ο πήχης αυτής της υστερίας είναι, έτσι κι αλλιώς, πολύ ψηλά για το ελληνικό κράτος εδώ και χρόνια, και η φαινομενικά «ανθρωπιστική» ρητορική της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ κάθε άλλο παρά την αποδομεί, επί της ουσίας. Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, τις κραυγές του υπουργού εξωτερικών Κοτζιά για την «απειλή της επέλασης των τζιχαντιστών» και τις εναγώνιες κραυγές στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ για τους «παράνομους» μετανάστες που θα πλημμυρίσουν μια χώρα «που δε χωράει άλλους». 



Το ελληνικό κράτος καλλιεργεί συστηματικά και διαχρονικά τον ρατσιστικό λόγο ακριβώς επειδή για να αποδυναμώσει τον πάντα υπαρκτό κίνδυνο που συνιστούν οι προλετάριοι/ες άσχετα από την καταγωγή τους, πρέπει να αξιοποιεί αυτή την καταγωγή, και άλλες διαφορές, ώστε να αναπαράγονται διαχωρισμοί και να συντηρείται ένας χαμηλής έντασης «εμφύλιος πόλεμος» μεταξύ ντόπιων και μεταναστών. Ο «εμφύλιος» αυτός μεταξύ των φτωχών και υποτιμημένων παίρνει συγκεκριμένη μορφή στις προσπάθειες π.χ. κομματιών της ντόπιας εργατικής τάξης και των μικροαστών να διατηρήσουν τα όποια προνόμιά τους σε σχέση με τους μετανάστες, δαιμονοποιώντας τους, ταυτόχρονα, ως εικόνα από το δικό τους μέλλον. Αυτό είναι το αντικειμενικό υπόστρωμα πάνω στο οποίο βρίσκει ευήκοα ώτα η ρατσιστική/φασιστική ρητορική.

Στην πραγματικότητα η αντίληψη ότι οι μετανάστες είναι παράνομοι εισβολείς, και η ζωή τους άνευ αξίας, έχει τόσο εμπεδωθεί ώστε ο κυρίαρχος λόγος προσπαθεί, πλέον, να κατασκευάσει ως «ανθρωπιστικό» άλλοθι της θανατοπολιτικής του την ταυτότητα των «προσφύγων», μιας εξαίρεσης μέσα στην κατάσταση εξαίρεσης, των οποίων η ζωή, σε αντίθεση με αυτή των εισβολέων μεταναστών, αξίζει ίσως να προστατευθεί μέσω της χορήγησης ασύλου. Καθώς όμως το άσυλο δεν είναι στην ουσία παρά η ανάποδη όψη της παρανομοποίησης, πρέπει να δίνεται με το σταγονόμετρο.


Το ελληνικό κράτος παίζει λοιπόν σε ένα ολόκληρο φάσμα μεταξύ βιοπολιτικής και θανατοπολιτικής, προσπαθώντας να προσαρμοστεί στις ρευστές εξελίξεις και στα δεδομένα που δημιουργεί η δυναμική των ίδιων των μεταναστών/τριών. Αυτό είναι άλλο ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της «βαρβαρότητας με ανθρώπινο πρόσωπο» που βιώνουμε σήμερα. Το οπλοστάσιο του ελληνικού κράτους διαθέτει και Αμυγδαλέζες και Πειραιά, και Σχιστό και Μόρια, και Ελαιώνα και Ελληνικό. Ανοίγει hotspot, προσπαθώντας να αποσπάσει νομιμοποίηση σε ακόμα πιο επιθετικές πολιτικές πειθάρχησης και ελέγχου. Πειραματίζεται με ακόμα πιο προωθημένες μορφές βιοπολιτικής, που στον πυρήνα τους είναι μορφές στρατιωτικοποίησης. Δεν είναι προφανώς τυχαίο ότι τη διαχείριση των hotspot την κάνει ουσιαστικά ο στρατός, ο οποίος αποκτά και πρωτοφανείς, για τα ίδια τα αστικά μεταπολιτευτικά δεδομένα, καθοριστικές λειτουργίες συντονισμού στην «αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης». Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μια άμεση στρατιωτικοποίηση της ίδιας της «μεταναστευτικής πολιτικής» του ελληνικού κράτους. Αλλά ο ρόλος του στρατού δε σταματά, φυσικά, στα «ανθρωπιστικά» αυτά καθήκοντα. Η εμπλοκή του ελληνικού κράτους στους νατοϊκούς σχεδιασμούς είναι ενδεικτική των πραγματικά επιθετικών προθέσεων και διαθέσεών του για μια πιο ενεργό συμμετοχή στην αναδιανομή ισχύος, συμμετοχή που μπορεί, πολύ πιθανόν, να πάρει ακόμα και τη μορφή πολεμικών επιχειρήσεων. Κανείς δεν ξέρει πού μπορεί να φτάσει ο τυχοδιωκτισμός του ελληνικού κράτους στο πλαίσιο της διαμόρφωσης μιας καινούριας εθνικής ιδέας, που τόσο έντονα προσπαθεί να οικοδομήσει το ελληνικό κεφάλαιο ως διέξοδο από την κρίση.

Ας σταθούμε, όμως, και στην πτυχή της «αλληλεγγύης» και της επίκλησης της «κοινωνίας των πολιτών» από το ελληνικό κράτος. Κι εδώ η στάση της αριστεράς του κράτους αποκαλύπτει τις πραγματικές στοχεύσεις του στον τρόπο που αντιμετωπίζει, όλο αυτό το διάστημα, τις δομές αλληλεγγύης από τα κάτω. Με ανοχή, μεν, αλλά μέχρι του σημείου που δεν αμφισβητούν το πλαίσιο εξαίρεσης, δε. Όποτε η δράση των δομών αυτών ξεπερνά τα όρια της ανθρωπιστικής βοήθειας και αποκτά πιο ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά αλληλεγγύης στους αγώνες των ίδιων των μεταναστών, έρχεται άμεσα αντιμέτωπη με την κρατική καταστολή. Ακόμα περισσότερο, το ελληνικό κράτος δείχνει στις περιπτώσεις αυτές την κλασική ανοχή (αν δεν υποκινεί και πιο άμεσα) στις φασιστικές επιθέσεις που εκδηλώνονται αρκετά συχνά τους τελευταίους μήνες σε δομές και εγχειρήματα που αναπτύσσουν δράση και λόγο αλληλεγγύης με τους μετανάστες.

Απέναντι στις πολιτικές του ελληνικού κράτους, το ανταγωνιστικό κίνημα πρέπει να συγκρουστεί αποφασιστικά με τη λογική της κυριαρχίας και του κεφαλαίου, στήνοντας αναχώματα στην επέλαση του ρατσισμού, με ή χωρίς ανθρώπινο πρόσωπο, του φασισμού, της ξενοφοβίας. Μόνο έμπρακτα μπορούμε να αμφισβητήσουμε την επιβολή της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, του εγκλεισμού στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τις επαναπροωθήσεις, τον «εμφύλιο πόλεμο» μεταξύ των προλεταρίων, τη μισανθρωπία και τον κρατικό ανθρωπισμό ως τις μοναδικές απαντήσεις στο «μεταναστευτικό πρόβλημα». Για να εμπεδώσουμε την δική μας εναλλακτική, αυτήν της υπεράσπισης της ελευθερίας όλων, της ελευθερίας μετακίνησης και εγκατάστασης, της συνύπαρξης μέσα από τη δημιουργία κοινοτήτων αγώνα και ελευθερίας ντόπιων και μεταναστών με αυτοοργάνωση, αλληλεγγύη και αμοιβαίο σεβασμό, για έναν κόσμο χωρίς αφεντικά, χωρίς διακρίσεις, χωρίς διαχωρισμούς ανάμεσα στους ανθρώπους.


ΝΑ ΓΚΡΕΜΙΣΟΥΜΕ ΤΑ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ!
ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ ΑΓΩΝΑ ΝΤΟΠΙΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ
ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, ΤΟΝ ΦΑΣΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ! 


Αντιφασιστική Πρωτοβουλία Βύρωνα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου